LES VIEUX (Jacques BREL)
ΟΙ ΓΕΡΟΙ (Ζακ ΜΠΡΕΛ)
Les vieux ne parlent plus,
Οu alors seulement parfois du bout des yeux
Même riches ils sont pauvres, ils n'ont plus d'illusions
Εt n'ont qu'un c½ur pour deux
Chez eux ça sent le thym, le propre,
La lavande et le verbe d'antan
Que l'on vive à Paris, on vit tous en province
Quand on vit trop longtemps
Est-ce d'avoir trop ri que leur voix se lézarde
Quand ils parlent d'hier
Et d'avoir trop pleuré que des larmes encore
Leur perlent aux paupières
Et s'ils tremblent un peu
Est-ce de voir vieillir la pendule d'argent
Qui ronronne au salon, qui dit oui qui dit non,
Qui dit : je vous attends
Οι γεροί δεν μιλούν πια,
Η που και που μονό, με την άκρη των ματιών
Ακόμα και πλούσιοι, είναι φτωχοί, δεν έχουν πια αυταπάτες,
Και έχουν μονό μια καρδιά για δύο
Το σπίτι τους μυρίζει θυμάρι, καθαριότητα,
Λεβάντα και ρήματα του παρελθόν
Ακόμα και αν ζούμε στο Παρίσι, όλοι ζούμε στην επαρχία
Όταν ζούμε παρά πολύ καιρό
Είναι επειδή έχουν υπερβολικά γελάσει,
Που οι φωνές τους σκάζουν όταν μιλούν για το χθες
Είναι επειδή έχουν υπερβολικά κλάψει,
Που έχουν ακόμα δάκρια στα βλέφαρα τους
Και αν τρέμουν λίγο,
Είναι επειδή βλέπουν να γεράσει το ασημένιο ρόλοι
Που βουίζει στο σαλόνι, που λέει ναι, που λέει όχι,
Που λέει: σας περιμένω
Les vieux ne rêvent plus, leurs livres s'ensommeillent,
Leurs pianos sont fermés
Le petit chat est mort,
Le muscat du dimanche ne les fait plus chanter
Les vieux ne bougent plus, leurs gestes ont trop de rides,
Leur monde est trop petit
Du lit à la fenêtre, puis du lit au fauteuil
Et puis du lit au lit
Et s'ils sortent encore bras dessus bras dessous
Tout habillés de raide
C'est pour suivre au soleil l'enterrement d'un plus vieux,
L'enterrement d'une plus laide
Et le temps d'un sanglot,
Oublier toute une heure la pendule d'argent
Qui ronronne au salon, qui dit oui qui dit non,
Et puis qui les attend
Οι γεροί δεν ονειρεύονται πια, τα βιβλία τους μισοκοιμούνται,
Τα πιανα τους είναι κλειστά
Το γατάκι πέθανε,
Το μοσχάτο κρασί της Κυριακής δεν τους κάνει πια να τραγουδούν
Οι γεροί δεν κινούνται πια, οι χειρονομίες τους έχουν παρά πολλές ρυτίδες,
Ο κόσμος τους είναι υπερβολικά μικρός
Από το κρεβάτι στο παράθυρο, μετά από το κρεβάτι στη πολυθρόνα,
Και μετά από το κρεβάτι στο κρεβάτι
Και εάν βγαίνουν ακόμη αγκαζέ
Όλο ντυμένα με κολλαριστά ρούχα
Είναι για να παρακολουθούν στον ήλιο τη κηδεία ενός πιο γέρος
Μιας πιο άσχημη
Και, κατά τη διάρκεια ενός λυγμός
Ξεχνούν για μια ολόκληρη ώρα το ασημένιο ρόλοι
Που βουίζει στο σαλόνι, που λέει ναι, που λέει όχι,
Και τους περιμένει
Les vieux ne meurent pas,
Ils s'endorment un jour et dorment trop longtemps
Ils se tiennent par la main,
Ils ont peur de se perdre et se perdent pourtant
Et l'autre reste là, le meilleur ou le pire,
Le doux ou le sévère, cela n'importe pas,
Celui des deux qui reste se retrouve en enfer
Vous le verrez peut-être,
Vous la verrez parfois, en pluie et en chagrin
Traverser le présent en s'excusant déjà
De n'être pas plus loin
Et fuir devant vous
Une dernière fois la pendule d'argent
Qui ronronne au salon, qui dit oui qui dit non,
Qui leur dit : je t'attends
Qui ronronne au salon, qui dit oui qui dit non
Et puis qui nous attend.
Οι γεροί δεν πεθαίνουν
Αποκοιμιούνται μια μέρα και κοιμούνται παρά πάνω
Κρατιούνται από το χέρι,
Φοβούνται να χαθούν και χάνονται εντούτοις
Και ο άλλος μένει εκεί, καλύτερο η χειρότερο
Γλυκό η αυστηρό, δεν έχει σημασία
Αυτός από τους δυο που απομένει βρίσκεται στην κόλαση
Θα τον δείτε ίσως,
Θα την δείτε μερικές φορές, στη βροχή και θλίψη
Να διασχίζει το παρόν ζητώντας ήδη συγγνώμη
Γιατί δεν έχει πάει πιο περά ακόμα
Και να αποφύγει μπροστά σας
Μια τελευταία φορά το ασημένιο ρόλοι
Που βουίζει στο σαλόνι, που λέει ναι, που λέει όχι
Που τους λέει: σας περιμένω,
Που βουίζει στο σαλόνι, που λέει ναι, που λέει όχι,
Και μας περιμένει